Ένα ζεστό μεσημέρι του καλοκαιριού καθόμασταν στην αυλή του σπιτιού, ενώ ο αρχηγός της οικογένειας έψηνε και παράλληλα μοιραζόταν μαζί μας τις πιο χρήσιμες συμβουλές του καλού ψήστη.
«Για να καταλάβεις αν το κάρβουνο θέλει αλλαγή,» μας έλεγε, «βάζεις το χέρι σου από πάνω. Αν μπορείς να αντέξεις μέχρι 10 δευτερόλεπτα, η φωτιά είναι καλή. Αν αντέχεις παραπάνω, πρέπει να βάλεις καινούριο στο επόμενο ψήσιμο.»
Καθώς τον άκουγα, γλαρωμένη από τη ζέστη και ζαλισμένη από τις μυρωδιές που είχαν απλωθεί βασανιστικά σε ολόκληρη τη γειτονιά, μου ήρθε στο μυαλό ένας μύθος που είχα διαβάσει κάπου, για τον βάτραχο στην κατσαρόλα.
Σύμφωνα με αυτή την ιστορία, αν πετάξεις ένα βάτραχο μέσα σε μια κατσαρόλα με νερό που βράζει, ο βάτραχος θα πηδήξει για να ξεφύγει, όπως ακριβώς θα τραβούσες κι εσύ το χέρι σου μακριά από την καυτή φωτιά. Αν όμως βάλεις το βάτραχο μέσα στην κατσαρόλα ενώ το νερό είναι χλιαρό, κι αρχίζεις να ανεβάζεις σταδιακά τη θερμοκρασία, ο βάτραχος θα καταλάβει πως κάτι πάει στραβά όταν είναι πια αργά.
Σαν εσένα δηλαδή, αν ξεχαστείς κι αφήσεις το χέρι σου πάνω από τα σβησμένα, αλλά ζεστά, κάρβουνα.
Αυτή η ιστορία μας διδάσκει ένα πολύ σημαντικό μάθημα: μια κατάσταση δε χρειάζεται να είναι τραγική για να είναι κακή. Αρκεί να σε φθείρει λίγο, ανεπαίσθητα, μέρα με τη μέρα, για να σου κάνει τεράστια ζημιά, όπως ακριβώς το θαλασσινό νερό διαβρώνει και τον πιο σκληρό βράχο. Έτσι και εμείς, όπως ο φιλικός, μα άτυχος βάτραχος, βρισκόμαστε ξαφνικά παγιδευμένοι στο καυτό νερό, ανίκανοι να ξεφύγουμε. Και η ειρωνεία είναι ότι ταυτόχρονα μας βασανίζει αυτή η άλυτη απορία του πώς βρεθήκαμε εκεί, κατηγορώντας συχνά τη μοίρα μας, μα ποτέ την κοντοφθαλμία μας.
Δέκα δευτερόλεπτα αρκούν συχνά για να διακρίνουμε εκείνες τις καταστάσεις από τις οποίες πρέπει να τρέξουμε μακριά
Για τους περισσότερους από εμάς είναι άλλωστε αρκετά ξεκάθαρο το πού βάζουμε τα όρια μας, το τι επιτρέπουμε και τι όχι, ποια είναι δηλαδή αυτά τα δέκα δευτερόλεπτα που θα μας κάνουν να απομακρυνθούμε εσπευσμένα.
Τι γίνεται όμως μετά τα δέκα δευτερόλεπτα;
Πόσες καταστάσεις ανεχόμαστε, ενώ θα έπρεπε να φύγουμε από αυτές χωρίς δεύτερη σκέψη; Σε πόσες κατσαρόλες βράζουμε, συνειδητοποιώντας πολύ αργά πως έχουμε παγιδευτεί; Και πόσο καλύτερη θα ήταν άραγε η ζωή μας αν μπορούσαμε να διακρίνουμε εξαρχής τι μας βλάπτει και τι μας ωφελεί;
Συχνά δεχόμαστε τη ζωή μας όπως είναι, σαν μια δεδομένη συνθήκη που κάπως παγιώθηκε κι έκτοτε δεν αλλάζει, όπως το ωράριο του δημοσίου ή η ανατολή που λέγεται ανατολή κι όχι κάτι άλλο. Ωστόσο τίποτα δεν είναι στατικό, καθώς εμείς κινούμαστε στο χώρο και στο χρόνο, φαινομενικά ελεύθεροι, μα στην πραγματικότητα δέσμιοι καταστάσεων που έχουμε δημιουργήσει ή αποδεχτεί ως σφυρηλατημένες σε πέτρα,
και όχι ως γραμμένες στην άμμο. Όσο κι αν θέλουμε να πιστεύουμε στη σταθερότητα των πραγμάτων, ο σοφός Ηράκλειτος ήξερε καλύτερα όταν έλεγε πως τα πάντα ρει. Δεν περπατάμε σε τσιμέντο, αλλά σε κινούμενη άμμο, κι ας προσποιούμαστε πως θα είμαστε για πάντα εδώ.
Ο σοφός πατέρας μου λοιπόν, μοιραζόμενος αυτό το μικρό tip μαζί μου, στην πραγματικότητα μου έδωσε μια τεράστια συμβουλή: να προσέχω, όχι τόσο αυτά που με βλάπτουν με απόλυτα ξεκάθαρο τρόπο, αλλά εκείνα που με φθείρουν σιγά-σιγά. Μου θύμισε να κοιτάζω τη ζωή μου, μια στο τόσο, και να κάνω ένα ξεκαθάρισμα, όπως η Marie Condo. “Does this bring me joy?”, κι αν δε μπορούν να μου φέρνουν όλα χαρά (που δεν είναι και ρεαλιστικό άλλωστε), τουλάχιστον να μη με κάνουν δυστυχισμένη.
Γιατί όπως λέει το ρητό, «δώσε μου τη δύναμη να αλλάξω όσα μπορώ, και να αποδεχτώ όσα δε μπορώ να αλλάξω.»
Και να θυμάσαι: δεν είσαι βάτραχος. Κανείς δε θα σε πετάξει μέσα σε μια κατσαρόλα χωρίς τη θέληση σου. Κανείς εκτός από τον ίδιο σου τον εαυτό.
Άλκηστη
Little Hope Flags





